Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Ευχαριστούμε τους χορηγούς μας

Χορηγός επικοινωνίας:

Ασπρόμαυρες Αναμνήσεις

Ακολουθήστε μας !   

Κοινοποιείστε την σελίδα μας

 


Πρόγνωση καιρού για το Χωριό μας 


 

Και η Παράδοση συνεχίζεται...


 

Θύματα της Γερμανικής θηριωδίας στην Καλαμιά

Επτά παλικάρια, ο μεγαλύτερος 35 ετών και ο μικρότερος 20 ετών, εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στις 26 Οκτωβρίου 1943:

Χρήστος Νικ. Βασιλάκος ετών 35

Απόστολος Κων. Ζιώβας ετών 20

Αριστείδης Χρ. Κατσιγιάννης ετών 22

Ελευθέριος Φωτ. Μπαΐλης ετών 29

Νίκος Γ. Μπούρας ετών 31

Μάνθος Θωμ. Νίκαρης ετών 24

Δημήτρης Αλ. Παπαρούνης ετών 24

Τραυματίστηκε και σώθηκε ο Θωμάς Μιχ. Ζιώβας.

  

Μπαΐλης Ελευθέριος

 

Ζιώβας Απόστολος

 

Ήταν 25η Οκτωβρίου του 1943 όταν οι αντάρτες, κάνοντας σαμποτάζ, έκοψαν οχτώ τηλεγραφόξυλα μεταξύ Καλαμιάς και γέφυρας Καλογήρου. Οι κατακτητές δεν προσπάθησαν καν να βρουν  τους υπαίτιους αλλά, όπως συνήθιζαν, έβαλαν μπροστά το σχέδιό τους για αντίποινα.

Για να μην φοβηθούν οι κάτοικοι του χωριού και φύγουν, έστειλαν το πρωί μια μοτοσυκλέτα με δύο στρατιώτες οι οποίοι ζητούσαν αυγά και κοτόπουλα από τους χωριανούς τα οποία τα αντάλλασσαν με ζάχαρη. Το κόλπο έπιασε και οι Καλαμιώτες ξεθάρρεψαν και άρχισαν να κυκλοφορούν στο χωριό. Τότε άλλοι Γερμανοί κατέφτασαν με οχήματα από την Άρτα και κύκλωσαν το χωριό. Και να ήθελαν τότε οι κάτοικοι να φύγουν ήταν αδύνατο. Ένα απόσπασμα μπήκε στο χωριό και με την απειλή όπλων συνέλαβαν όλους τους άντρες που βρήκαν. Μαρτυρίες μιλάνε για πάνω από 300 άντρες. Τους πήγαν στο καφενείο του Σιώζου Καλύβα από όπου αρκετοί κατάφεραν να ξεφύγουν από τα παράθυρα. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο τότε πρόεδρος του χωριού Χρίστος Κύρκος ο οποίος άρχισε να διαπραγματεύεται με τους Γερμανούς. Στην αρχή ζήτησε εξηγήσεις για τον λόγο τον οποίο συνέλαβαν τόσο κόσμο. Η απάντηση από τον αξιωματικό ήταν ότι έγινε σαμποτάζ από τους αντάρτες και ήρθαν να συλλάβουν μερικούς άντρες να τους περάσουν από δικαστήριο. Ο πρόεδρος του απάντησε ότι δεν φταίνε οι χωριανοί για τις πράξεις των αναρτών και δεν πρέπει να τιμωρηθούν. Ο Γερμανός αξιωματικός όμως ήταν ανένδοτος και διάταξε να διαλέξουν οι στρατιώτες του πενήντα άτομα να τα πάνε στην Άρτα. Έτσι και έγινε αλλά ο πρόεδρος ανέβηκε από μόνος του σε ένα αυτοκίνητο διαμαρτυρόμενος ότι είναι αθώοι και ότι κανείς τους δεν έχει σχέση με το σαμποτάζ. Μετά από έντονες πιέσεις του προέδρου οι γερμανοί αποφάσισαν να πάρουν μόνο οχτώ άντρες όσα δηλαδή ήταν και τα τηλεγραφόξυλα που έκοψαν οι αντάρτες.

Το Γερμανικό καμιόνι πήγε στην γέφυρα της Άρτας όπου υπήρχε Γερμανικό φυλάκιο. Εκεί οι ανώτεροι αξιωματικοί των Γερμανών εκνευρίστηκαν που είδαν μόνο οχτώ συλληφθέντες επειδή την μέρα εκείνη οι αντάρτες του Ζέρβα σκότωσαν ένα Γερμανό συνταγματάρχη κοντά στο φράγμα του Λούρου. Ο Γερμανός αξιωματικός που ηγείτο του αποσπάσματος,  πήρε την διαταγή εκτέλεσης από τους ανωτέρους του και αμέσως τα Γερμανικά φορτηγά γεμάτα στρατιώτες αναχώρησαν για την Καλαμιά. Στην καρότσα του ενός φορτηγού ήταν οι οχτώ νέοι και ένας Γερμανός που τους φρουρούσε. Ο Θωμάς Ζιώβας, ο οποίος κατάλαβε τον σκοπό των κατακτητών, προέτρεψε τους άλλους να αφοπλίσουν τον φρουρό, να πηδήξουν από το καμιόνι και να το σκάσουν. Όμως οι άλλοι θεώρησαν  ότι τους πάνε πίσω να τους ελευθερώσουν και έτσι δεν αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν. Τους πρότεινε τότε μόλις σταματήσει το καμιόνι να τρέξουν όλοι προς διαφορετικές κατευθύνσεις και να κρυφτούν, αλλά πάλι δεν εισακούστηκε. Η Γερμανική πομπή σταμάτησε λίγο πριν την Καλαμιά, στο σημείο που υπάρχει τώρα το μνημείο, κατέβασε τους συλληφθέντες και οι στρατιώτες έστησαν τα πολυβόλα με μέτωπο προς το χωράφι που είναι πίσω από το μνημείο. Ο Θωμάς Ζιώβας τότε λέει: : ‘’ Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε, τρέξτε να σωθούμε’’ και με ένα σάλτο βρέθηκε πίσω από τα πολυβόλα των εκτελεστών και έτρεξε προς την πλευρά των Χαλκιάδων και μπήκε μέσα στα χωράφια με τα καλαμπόκια. Οι Γερμανοί άρχισαν να τον πυροβολούν και τον τραυμάτισαν στον λαιμό και στον ώμο. Αυτός όμως δεν σταμάτησε να τρέχει και αφού πήδηξε βάτα και χαντάκια κατάφερε να ξεφύγει από τους διώκτες του που σταμάτησαν να τον κυνηγούν όταν βρήκαν αίμα από τις πληγές του και θεώρησαν ότι τον τραυμάτισαν πολύ βαριά και δεν θα ζήσει.  Εκείνος, εξουθενομένος από το τρέξιμο και την απώλεια αίματος,  σύρθηκε σε ένα χωράφι με καλαμποκιές, όπου τον βρήκε ο Βασίλειος Λαζανάς (ο Αναγνώστης) και τον μετέφερε, με την πλάτη του, στο σπίτι του και από εκεί στον Καλόβατο όπου φιλοξενούμενος, ανάρρωσε.

Τους υπόλοιπους οι Γερμανοί τους άφησαν μέσα στο χωράφι, μπροστά από τις κάννες των πολυβόλων και τους ώθησαν να τρέξουν προς την Καλαμιά. Οι εφτά, πλέον, μη μπορώντας να κάνουν κι αλλιώς, άρχισαν να τρέχουν φωνάζοντας ¨Ζήτω η Ελλάδα¨, τα πολυβόλα ¨κροτάλισαν¨ και μετά από λίγο έπεσαν όλοι νεκροί. Το βράδυ πήγαν οι συγχωριανοί με ένα κάρο και μάζεψαν τους νεκρούς, τα πτώματα των οποίων βρέθηκαν διάσπαρτα μέσα στο χωράφι, και τους έθαψαν στο νεκροταφείο των Χαλκιάδων. Όλοι τους ήταν Καλαμιώτες εκτός από το Νίκο Γ. Μπούρα, ο οποίος εργαζόταν στα κτήματα του Χρίστου Κύρκου.

Μετά την εκτέλεση οι Γερμανοί ξαναπήγαν στην Καλαμιά με σκοπό να εκτελέσουν και όσους άλλους έβρισκαν, αλλά δεν βρήκαν κανέναν αφού όλοι κρύφτηκαν στην αγροτική περιοχή γύρω από το χωριό ή κατέφυγαν σε άλλα χωριά.

Αξιοσημείωτες είναι οι παρακάτω μαρτυρίες που συλλέξαμε από αυτόπτες μάρτυρες ή συγγενείς των θυμάτων:

Ο Λάμπρος Θ. Ζιώβας μας μεταφέρει την μαρτυρία του  Απόστολου Λ. Τασούλα, ο οποίος ήταν τότε 10 χρονών μας είπε ότι οι δικοί του που έφυγαν για την Βίγλα εκείνη τη μέρα, έφυγαν τόσο γρήγορα που τον ξέχασαν στην Καλαμιά. Έτσι αυτός έφυγε με την οικογένεια του Χρήστου Αναστ. Δήμου για το Κορφοβούνι. Εκεί γνώρισε και τα μετέπειτα κουνιάδια του, Παναγιώτη και Μιχάλη Ζιώβα, οι οποίοι ήταν αντάρτες στην περιοχή.

Ο Σπύρος Τασούλας, πρώην πρόεδρος Καλαμιάς, μας έφερε απόσπασμα από βιβλίο που λέει ότι τον μετέπειτα δάσκαλο Παντελή Κύρκο που ήταν τότε 16 χρονών, τον διάλεξαν τρεις φορές για να τον βάλουν στο φορτηγό και να τον πάνε για εκτέλεση αλλά επειδή ήταν μικρός τον άφησαν πάλι.

Η Ελένη Κατσιγιάννη-Ρίζου ανιψιά του εκτελεσθέντος Αριστείδη Κατσιγιάννη μας αφηγείται. Ο πατέρας μου, Δημήτρης Κατσιγιάννης, λίγες μέρες πριν το συμβάν, είχε πάρει την οικογένειά του και πήγε στις Κιρκιζάτες για να μείνουν εκεί. Τη μέρα εκείνη, 26η Οκτωβρίου, ήρθε μόνος του στα χωράφια του στην Καλαμιά με σκοπό να μαζέψει ρόδια, αυγά από τις κότες του και ότι άλλο μπορεί στο σπίτι του που ήταν πρώτο στο χωριό όπως ερχόμαστε από τα Ρόκκα. Μία ομάδα Γερμανών ξεκίνησε από εκεί και του έκαναν νόημα να τους πάει σε αυτούς. Αυτός πήγε και όταν κατάλαβε τι γίνετε έκανε το κορόιδο και τους πρόσφερε αυγά και ρόδια να τους καλοπιάσει μήπως και τον αφήσουν. Όμως αυτοί με την απειλή όπλων τον πήραν μαζί τους. Λίγο πιο κάτω ο Αριστείδης βγήκε μέσα από ένα χωράφι και ζήτησε τσιγάρο από τον αδερφό του, τον Δημήτρη.  Αυτός του έκανε νόημα να μπει πάλι στο χωράφι και να κρυφτεί αλλά δεν το κατάλαβε και τον είδαν οι στρατιώτες και τον πήραν μαζί τους. Λίγο πιο κάτω έπιασαν και τον Λευτέρη Μπαΐλη και τους πήγαν όλους στον χώρο που βρίσκεται τώρα το κοινοτικό γραφείο Καλαμιάς, που είναι σταυροδρόμι και περίμεναν και τις άλλες ομάδες από τους άλλους δρόμους. Εκεί ο Δημήτρης Κατσιγιάννης προσποιήθηκε ότι θέλει να ουρήσει και πήγε σε μια άκρη. Μόλις οι Γερμανοί γύρισαν το βλέμμα αλλού αυτός άρχισε να τρέχει μέσα στα χωράφια. Οι στρατιώτες τον πυροβόλησαν και τον κυνήγησαν για λίγο αλλά αυτός έφτασε σώος στα Ροκκάτικα χωράφια.

 Επί Δημαρχείας Πέτρου Ρίζου, ανεγέρθη μνημείο στο σημείο εκτέλεσης των ανδρών. Ο χώρος έχει παραχωρηθεί από το Θοδωρή Καλύβα, ο οποίος ήταν συνομήλικος και φίλος με κάποιους από τους εκτελεσθέντες. 

Την 26η Οκτωβρίου του 2016, ο Σύλλογός μας στην προσπάθειά του να αναδείξει το γεγονός και να διατηρήσει την ιστορία της περιοχής, οργάνωσε, για πρώτη φορά, επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στο σημείο της εκτέλεσης. Φέτος θα ξαναγίνει επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων, με την συνδρομή και του Δήμου Αρταίων αυτή τη φορά.